εὐφυής


εὐφυής
способный, даровитый

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "εὐφυής" в других словарях:

  • εὐφυής — well grown masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευφυής — ές (ΑΜ εὐφυής, ές) αυτός που έχει οξεία αντίληψη, μεγάλη πνευματική ικανότητα, εύστροφος, έξυπνος («η σκέψη του ήταν ευφυέστατη») μσν. ταιριαστός αρχ. 1. αυτός που έχει καλή διάπλαση, καλοφτιαγμένος, καλοσχηματισμένος («πόδας εὐφυεῑς», Αριστοτ.)… …   Dictionary of Greek

  • ευφυής — [эффиис] εκ. одарённый, даровитый …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • ευφυής — ής, ές γεν. ούς, αιτ. ή, πληθ. ουδ. ή, αυτός που έχει καλή πνευματική αντίληψη, έξυπνος …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐφυᾶ — εὐφυής well grown masc acc sg εὐφυής well grown neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) εὐφυής well grown masc/fem acc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφυῆ — εὐφυής well grown neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) εὐφυής well grown masc/fem/neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) εὐφυής well grown masc/fem acc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφυέστερον — εὐφυής well grown adverbial comp εὐφυής well grown masc acc comp sg εὐφυής well grown neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφυεστάτων — εὐφυής well grown fem gen superl pl εὐφυής well grown masc/neut gen superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφυεστέρων — εὐφυής well grown fem gen comp pl εὐφυής well grown masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφυεστέρως — εὐφυής well grown masc acc comp pl (doric) εὐφυής well grown comp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐφυεῖ — εὐφυής well grown masc/fem/neut nom/voc/acc dual (attic epic) εὐφυής well grown masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)